amplifier

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæmplɪfaɪər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæmpləˌfaɪɚ/ ,USA pronunciation: respelling(amplə fī′ər)

Σε αυτή τη σελίδα: amplifier, amp
Ο όρος 'amplifier' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'amp'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'amplifier' is an alternate term for 'amp'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
amplifier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electronics: loudspeaker)ενισχυτής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
amplifier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electronics: amplifies signal)ενισχυτής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
amp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (sound: amplifier)ενισχυτής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
amp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (electricity: ampere)αμπέρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: αμπεράζ: ξενικό, άκλιτο
amp,
-amp
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
as suffix (having a given number of amperes) (σντμ, γραπτά: αμπέρ)Α ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (π.χ. ενός αμπέρ)αμπέρ ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
amplifier | amp
ΑγγλικάΕλληνικά
buffer amplifier,
buffer amp,
buffer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(amplifying device)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'amplifier' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση amplifier στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'amplifier'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης