amount

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈmaʊnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈmaʊnt/ ,USA pronunciation: respelling(ə mount)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quantity)ποσότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You need an equal amount of flour and sugar.
 Χρειάζεσαι ίση ποσότητα αλευριού και ζάχαρης.
amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sum total) (χρηματικό)ποσό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σύνολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The amount on the bill was more than he expected.
 Το ποσό του λογαριασμού ήταν μεγαλύτερο απ' όσο περίμενε.
amount to [sth] vi + prep (total)ανέρχομαι σε ρ αμ + πρόθ
 The bill might amount to more than you can afford.
 Ο λογαριασμός ίσως ανέρχεται σε μεγαλύτερο ποσό απ' όσο μπορείς να διαθέσεις.
amount to [sth] vi + prep figurative (be the same as) (είμαι το ίδιο με)ισοδυναμώ με ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)κάνει, είναι ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
  (αναφέρεται σε αριθμό)ανέρχομαι σε ρ αμ + πρόθ
 Slander or libel, it amounts to the same thing.
 Δυσφήμηση ή συκοφαντία, με το ίδιο πράγμα ισοδυναμούν.
 Δυσφήμηση ή συκοφαντία, το ίδιο κάνει (or: είναι).
 This sentence is not a translation of the original sentence. Τα θύματα του σεισμού ανέρχονται στις πέντε χιλιάδες.
amount to [sth] vi + prep figurative (become)γίνομαι ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
 He was told he would never amount to much.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loan: principal plus interest)ποσό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The amount to be repaid was more than he had expected.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (modicum, small quantity)κάποιος βαθμός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάποιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  λίγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ένας κάποιος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You need to use a certain amount of caution when using that product.
 Χρειάζεται μια κάποια προσοχή κατά τη χρήση αυτού του προϊόντος.
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specified quantity)ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ορισμένο ποσό, συγκεκριμένο ποσό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
amount due nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sum of money owed)οφειλόμενο υπόλοιπο, οφειλόμενο ποσό, ποσό προς πληρωμή ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The amount due is $45.
amount payable nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sum that is owed)ποσό προς πληρωμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λόγιος)καταβλητέο ποσό, πληρωτέο ποσό επίθ + ουσ ουδ
carrying amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: book value)λογιστική αξία επίθ + ουσ θηλ
certain amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specific quantity)ορισμένο ποσό, συγκεκριμένο ποσό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 However, be aware that you may only ask for urgency loans up to a certain amount.
certain amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unspecified quantity) (αόριστο)κάποιο ποσό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάποια ποσότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After pouring a certain amount of sugar in the bowl she started stirring the mixture.
gross amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (total amount before deductions)μεικτό, ακαθάριστο ποσό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
large amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a lot)πολύ, μεγάλη ποσότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I am unable to buy a new house since I have such a large amount of debt.
not amount to anything v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (be a failure)δεν πετυχαίνω τίποτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχω επιτυχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, καθομ: άτομο)είμαι νούλα ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
not amount to anything v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (action: be ineffective)δεν έχω επιτυχία, δεν έχω αποτέλεσμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)είμαι μια τρύπα στο νερό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
recommended daily value,
recommended dietary allowance,
recommended daily amount
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(nutrient: healthy amount per day)συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  συνιστώμενη ημερήσια δόση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The recommended daily value of dietary fiber is 25 to 35 grams.
right amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appropriate sum of money)σωστό ποσό, ακριβές ποσό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Were you paid the right amount of money?
 Πληρώθηκες το ακριβές ποσό;
right amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (correct quantity)σωστό ποσό, ακριβές ποσό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He has to have just the right amount of milk in his tea.
small amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (little bit)λίγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You should only eat a small amount of salt per day.
total amount nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overall quantity or sum)συνολικό ποσό επίθ + ουσ ουδ
  σύνολο, άθροισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'amount' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [might, could, will] amount to [nothing, something], a [large, small, certain, precise, considerable] amount (of), [damages, taxes, costs, income, expenses, sales] amounted to, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση amount στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'amount'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης