ambush

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæmbʊʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæmbʊʃ/ ,USA pronunciation: respelling(ambŏŏsh)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ambush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surprise attack)ενέδρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The army felt confident until they were caught in an ambush.
 Ο στρατός ένιωθε σίγουρος μέχρι που τους έπιασαν σε ενέδρα.
ambush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (concealed position)ενέδρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο)καρτέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The commander ordered them to fire from ambush.
 Ο διοικητής τους διέταξε να πυροβολήσουν από την ενέδρα.
ambush [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (launch a surprise attack)αιφνιδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον/κάτι)επιτίθεμαι αιφνιδιαστικά ρ μ + επίρ
  (εναντίον κάποιου/κάτι)εξαπολύω αιφνιδιαστική επίθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The jaguar ambushed the sleeping hunter.
 Το τζάγκουαρ επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στον κυνηγό που κοιμόταν.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ambush [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (surprise [sb])αιφνιδιάζω, ξαφνιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher ambushed the students with a pop quiz.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lie in ambush,
wait in ambush
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be hidden, wait to attack)στήνω ενέδρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ενεδρεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  περιμένω κρυμμένος ρ αμ + μτχ πρκ
 The outlaws lay in ambush, waiting for the stagecoach to pass.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ambush' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [an unexpected, a steady] ambush, a [midnight, dawn, forest] ambush, an ambush in [Iraq], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ambush στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ambush'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης