altruism

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæltruɪzəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæltruˌɪzəm/ ,USA pronunciation: respelling(altro̅o̅ iz′əm)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
altruism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (selflessness)αλτρουισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This man cares for his elderly aunt around the clock; that's altruism.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'altruism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση altruism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'altruism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης