altitude

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæltɪtjuːd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈæltɪˌtud, -ˌtyud/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(alti to̅o̅d′, -tyo̅o̅d′)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
altitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (height above sea level)υψόμετρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Lhasa's altitude is 12,000 feet.
altitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (great height)μεγάλο υψόμετρο επίθ + ουσ ουδ
 People can have difficulty breathing at altitude.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
altitude sickness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (illness at high altitude)ασθένεια του υψομέτρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (επίσημο)νόσος των ορέων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Altitude sickness can be very serious and can even result in death.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'altitude' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση altitude στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'altitude'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης