although

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɔːlˈðəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɔlˈðoʊ/ ,USA pronunciation: respelling(ôl ᵺō)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
although conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (though, even though)αν και, μολονότι σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
  παρότι σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
  (λόγιο)παρ' ότι σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
  ωστόσο, εντούτοις σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 I see her all the time although I never speak to her.
 Τη βλέπω διαρκώς. Ωστόσο, ποτέ δεν της μιλάω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'although' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση although στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'although'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης