alternate

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsadjective: /ɔːlˈt3ːrnɪt/ /ɔːlˈt3ːrnət/, verb: /ˈɔːltərneɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ˈɔltɚˌneɪt, ˈæl-; adj., n. -nɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. ôltər nāt′, al-; adj., n. ôltər nit, al-)



Inflections of 'alternate' (v): (⇒ conjugate)
alternates
v 3rd person singular
alternating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
alternated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
alternated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alternate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (take turns)εναλλάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω κτ εναλλάξ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jodie and I can't both play the drums at the same time, so we'll have to alternate.
alternate between [sth] and [sth] vi + prep (switch between options)κάνω κτ εναλλάξ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω εναλλαγές ανάμεσα σε κτ και κτ άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εναλλάσσω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 In some spas, people alternate between hot and cold baths.
alternate with [sb/sth] vi + prep (take turns with [sb](με κπ/κτ)εναλλάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω κτ εναλλάξ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Shannon alternated with Joan as pitcher in the big game.
 Η Σάνον και η Τζόαν έπαιξαν εναλλάξ στη θέση του ρίπτη στο μεγάλο αγώνα.
alternate [sth] and [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause to change by turns) (κάτι με κάτι)εναλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In this part of the song, we will alternate playing loudly and and playing softly.
alternate [sth] with [sth] vtr + prep (cause to change by turns) (κάτι με κάτι)εναλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I stay interested in exercising by alternating running with swimming.
alternate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (by turns)εναλλασσόμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 The weather forecast for the day of the barbeque is alternate periods of sun and rain.
alternate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (every other)κάθε δεύτερο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ανά δύο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)παρά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I visit my mother on alternate Wednesdays.
 Επισκέπτομαι τη μητέρα μου κάθε δεύτερη Τετάρτη.
 Επισκέπτομαι τη μητέρα μου ανά δύο Τετάρτες.
 Επισκέπτομαι τη μητέρα Τετάρτη παρά Τετάρτη.
alternate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US (option, choice: other)εναλλακτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 An alternate option is to go to the park.
alternate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (person: substitute)αντικαταστάτης, αντικαταστάτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  αναπληρωτής, αναπληρώτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Tom will sing the solo, with Ryan as his alternate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'alternate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: will be my alternate while I am away, It is a good idea to have an alternate., [decide on, choose, appoint] an alternate, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση alternate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'alternate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης