altar

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɔːltər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɔltɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ôltər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
altar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for worship) (χριστιανισμός)Αγία Τράπεζα φρ ως ουσ θηλ κύρ
  (άλλες θρησκείες)βωμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The altar was covered with a sumptuous red velvet cloth.
 Η Αγία Τράπεζα ήταν καλυμμένη με ένα πολυτελές ύφασμα από κόκκινο βελούδο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
altar boy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (boy: church assistant)παπαδοπαίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The altar boys led the procession into the cathedral, followed by the priests and finally the bishop.
altar boy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (boy: well-behaved) (μεταφορικά)παπαδοπαίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
altar cloth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cover for table in a church)κάλυμμα Αγίας Τράπεζας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
sacrificial altar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (table where ritual killing is performed)βωμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In the ruins of Delphi stands an ancient sacrificial altar.
worship at the altar of [sth],
worship at the shrine of [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (believe in, devote yourself to)αφιερώνω τον εαυτό μου σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πιστεύω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'altar' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: lead her to the altar, is an altar boy, left (her) at the altar, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση altar στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'altar'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης