already

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɔːlˈrɛdi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɔlˈrɛdi/ ,USA pronunciation: respelling(ôl redē)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
already advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (so soon)κιόλας, ήδη επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I can't believe you've already finished your cake. You're such a fast eater!
 Δεν το πιστεύω ότι έφαγες κιόλας την τούρτα σου; Τι γρήγορα που τρως!
already advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (before now)ήδη επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I have already been to Paris.
 Έχω ήδη πάει στο Παρίσι.
already advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (before that time)ήδη επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She was already married when I met her.
 Ήταν ήδη παντρεμένη όταν την γνώρισα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
already advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, informal (expressing impatience)επιτέλους επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  άντε επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  πια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Let's go already; we only have 20 minutes.
 Πάμε, επιτέλους! Έχουμε μόνο είκοσι λεπτά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'already' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: already [done, present, included, left, sent, available, qualified], are already in [place, position, existence], is already at [work, school, home, war], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση already στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'already'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης