aloof

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈluːf/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈluf/ ,USA pronunciation: respelling(ə lo̅o̅f)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aloof adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (uninterested)αμέτοχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αδιάφορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Most of the children joined in the game, but Max was aloof.
 Τα περισσότερα παιδιά συμμετείχαν στο παιχνίδι, αλλά ο Μαξ ήταν αμέτοχος.
aloof adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (snobbish, cold)απόμακρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απρόσιτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Tia's aloof attitude distanced her from her classmates.
 Η απόμακρη στάση της Τία την απομάκρυνε από τους συμμαθητές της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
stay aloof from [sb/sth],
keep yourself aloof from [sb/sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(not get involved) (μεταφορικά)μένω μακριά από κπ/κτ εκφρ
  δεν εμπλέκομαι με κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)μένω έξω από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aloof' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: always [acts, looks, seems] so aloof, try not to [be, act] so aloof, seemed (really) aloof today, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aloof στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aloof'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης