alone

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈləʊn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈloʊn/ ,USA pronunciation: respelling(ə lōn)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alone advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without company)μόνος β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  μόνος μου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  μονάχος, μοναχός β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Sometimes I like to go to the movies alone.
 Μερικές φορές μου αρέσει να πηγαίνω στον κινηματογράφο μόνος μου.
alone advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without assistance)μόνος μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μονάχος μου, μοναχός μου περιφρ
 I washed the car alone.
 Έπλυνα το αυτοκίνητο μόνος μου.
 Έπλυνα το αυτοκίνητο μονάχος (or: μοναχός) μου.
alone adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." predicative (on one's own)μόνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 George has been alone since his wife died.
 Ο Τζορτζ είναι μόνος από τότε που πέθανε η γυναίκα του.
alone adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." predicative (lonely)μόνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μοναξιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Steve feels very alone when he stays in the house.
 Ο Στηβ νιώθει πολύ μόνος όταν μένει σπίτι.
 Ο Στηβ νιώθει μοναξιά όταν μένει σπίτι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alone advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." formal (only)ο μόνος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  μόνο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: used for emphasis
 The captain alone is responsible for his crew.
 Ο καπετάνιος είναι ο μόνος υπεύθυνος για το πλήρωμά του.
 Μόνο ο καπετάνιος είναι υπεύθυνος για το πλήρωμά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
all alone adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (without company)μόνος, μοναχός, μονάχος, ολομόναχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 After alienating her family and friends, she found herself all alone.
all alone adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (without help)μόνος, μοναχός, μονάχος, ολομόναχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Many women in third world countries give birth all alone.
be home alone v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (child: be left unsupervised)είμαι μόνος στο σπίτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Since Billy's parents were out for the day, he was left home alone.
go it alone exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (do [sth] by yourself)κάνω κτ μόνος μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
leave [sb/sth] alone vtr + adj (not disturb)αφήνω ήσυχο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I just want to be left alone to get on with my novel.
leave [sb] alone vtr + adj (stop harassing)παύω να ενοχλώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She wished that the man beside her at the bar would leave her alone.
leave me alone interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (go away)άσε με ήσυχο, παράτα με επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Stop picking on me! Just leave me alone!
let alone conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (much less)πόσο μάλλον έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can't even fit into the medium size, let alone the small size.
 Δεν μπορώ καν να χωρέσω στο μεσαίο μέγεθος, πόσο μάλλον στο μικρό.
let [sb] alone vtr + adj (not bother [sb])αφήνω κπ στην ησυχία του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A person's right of privacy against the government includes the right to be let alone.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Σε παρακαλώ, άφησέ με στην ησυχία μου! Θέλω να κοιμηθώ.
live alone viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (not cohabit)ζω μόνος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After many years of flat-sharing, it is a luxury to live alone.
live on [sth] alone v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have [sth] as only sustenance) (μεταφορικά)ζω τρεφόμενος μόνο με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Man cannot live on bread alone.
stand alone vi + adj (software: run independently)αυτόνομος, ανεξάρτητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
standalone,
stand-alone
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(computer program: independent, separate)αυτόνομος, αυτοδύναμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This stand-alone software will function offline.
 Αυτό το αυτόνομο λογισμικό θα λειτουργήσει εκτός σύνδεσης.
standalone,
stand-alone
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(separate computer program)αυτόνομο λογισμικό φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'alone' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: alone at [night, work, school], alone in the [house, class, wild, building], alone on the [island, boat], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση alone στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'alone'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης