almost

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɔːlməʊst/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈɔlmoʊst, ɔlˈmoʊst/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ôlmōst, ôl mōst)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
almost advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (nearly) (περίπου)σχεδόν επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He was almost home when the car broke down.
 Ήταν σχεδόν σπίτι όταν χάλασε το αυτοκίνητο.
almost advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (all but)σχεδόν επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 There is one ticket left - we have almost sold out. The baby is almost asleep.
 Έχει μείνει ένα εισιτήριο - σχεδόν ξεπουλήσαμε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
almost advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with verb: negative result)παραλίγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I almost forgot to lock the door.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
almost always advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (nearly all the time)σχεδόν πάντα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The door to the student center is almost always unlocked.
almost come to blows v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (argue)τσακώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παραλίγο να πιαστώ στα χέρια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
almost die laughing v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (laugh very hard) (μεταφορικά)κλαίω από τα γέλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πεθαίνω από τα γέλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)πεθαίνω στο γέλιο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατουριέμαι από τα γέλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We almost died laughing when we saw Mike's Halloween costume.
almost done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (nearly finished)σχεδόν έτοιμος επίρ + επίθ
 I'm almost done; give me five more minutes and I'll join you.
almost entirely advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (nearly completely)σχεδόν τελείως φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 This cake is almost entirely too stale to eat. By the time we got to the theater, the seats were almost entirely taken.
 Αυτό το κέικ έχει ξεραθεί σχεδόν τελείως και δεν μπορούμε να το φάμε. Όταν φτάσαμε στο θέατρο, οι θέσεις είχαν εξαντληθεί σχεδόν τελείως.
almost everywhere advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in most places)σχεδόν παντού επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 There used to be no chain stores in the town, but now they're almost everywhere.
almost never advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (hardly ever)σχεδόν ποτέ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I almost never eat ice cream, but I enjoy it two or three times a year.
almost sure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not quite certain)σχεδόν σίγουρος επίρ + επίθ
 I'm almost sure I turned the stove off, but maybe we should go back to check.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'almost' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (am) almost [done, ready, finished, through], (is) almost [done, ready, finished, complete], almost [extinct, dead, impossible], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση almost στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'almost'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης