alloy

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈælɔɪ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/n. ˈælɔɪ, əˈlɔɪ; v. əˈlɔɪ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. aloi, ə loi; v. ə loi)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alloy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (metal)κράμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Brass is an alloy of copper and zinc.
alloy n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (made of combined metals)σύμμεικτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  από κράμα μετάλλων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The new car features alloy wheels.
 Το νέο αυτοκίνητο έχει τροχούς από κράμα μετάλλων.
alloy [sth] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mix metal with [sth](κάτι με κάτι)αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The scientist alloyed tin with copper to make bronze.
 Ο επιστήμονας ανέμειξε κασσίτερο με χαλκό για να φτιάξει μπρούτζο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alloy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (mixture) (μεταφορικά)κράμα, μείγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  συνδυασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The account was an alloy of truth and fiction.
alloy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] mixed, of reduced quality)κράμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The addition of the alloy reduced the strength of the metal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
alloy steel (metal)κράμα χάλυβα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  χαλυβδοκράμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'alloy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [copper, bronze, steel] alloy, an alloy of [copper], [nickel, zinc] -based alloys, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση alloy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'alloy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης