aliyah

US:USA pronunciation: respelling(Seph. Heb., Eng. ä′lē ä; for 1 also Ashk. Heb. ä lēô or, Eng., ə lēə)



Inflections of 'aliyah' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
aliyahs
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
aliyos
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
aliyot
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aliyah nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (immigration of Jews to Israel) (μετανάστευση Εβραίων)Αλίγια ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
aliyah nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reading of the Torah) (εβραϊκή πρακτική)Αλίγια ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aliyah στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aliyah'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης