airliner

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛərlaɪnər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛrˌlaɪnɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ârlī′nər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
airliner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (passenger plane)επιβατικό αεροπλάνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The largest airliner is the Airbus A380.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση airliner στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'airliner'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης