aim

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/eɪm/ ,USA pronunciation: respelling(ām)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aim viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (choose a target)σκοπεύω, στοχεύω, σημαδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Stephen aimed carefully and prepared to fire.
 Ο Στίβεν στόχευσε (or: σημάδεψε) προσεκτικά κι ετοιμάστηκε να πυροβολήσει.
aim [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (weapon: point)στοχεύω με κτ, σκοπεύω με κτ ρ αμ + πρόθ
  σημαδεύω με κτ ρ αμ + πρόθ
 The soldier aimed his rifle and fired.
 Ο στρατιώτης στόχευσε (or: σημάδεψε) με το όπλο του και πυροβόλησε.
aim [sth] at [sth/sb] vtr + prep (try to hit) (κάποιον/κάτι με κάτι)σημαδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Although he aimed the arrow at the bull's eye, he hit the outside ring every time.
 Αν και σημάδευε με το βέλος το κέντρο του στόχου, κάθε φορά πετύχαινε τον εξωτερικό δακτύλιο.
aim at [sth/sb] vi + prep (try to hit) (κάποιον/κάτι)σημαδεύω, στοχεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Nathan was aiming at the target with his .40-caliber pistol.
 Ο Νέιθαν σημάδευε τον στόχο με το διαμετρήματος 40 χιλιοστών πιστόλι του.
aim at [sth] vi + prep figurative (have as a goal) (μεταφορικά)στοχεύω σε ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)βάζω στόχο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αποσκοπώ σε, αποβλέπω σε ρ αμ + πρόθ
  επιδιώκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jack's aiming at becoming the president of the company someday.
 Ο Τζακ επιδιώκει να γίνει ο πρόεδρος της εταιρείας κάποια μέρα.
aim for [sth] vi + prep figurative (try to reach, achieve)στοχεύω σε, αποσκοπώ σε, αποβλέπω σε ρ αμ + πρόθ
  επιδιώκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The students aim for high marks during examinations.
 Οι μαθητές στοχεύουν σε υψηλούς βαθμούς κατά τη διάρκεια των εξετάσεων.
 Οι μαθητές επιδιώκουν υψηλούς βαθμούς κατά τη διάρκεια των εξετάσεων.
aim to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (intend, aspire) (να κάνω κάτι)έχω στόχο ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  στοχεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο: σε κάτι)αποσκοπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When I play, I aim to win.
 Όταν παίζω, έχω στόχο να κερδίσω.
 Όταν παίζω, στοχεύω στη νίκη.
aim [sth] at [sb/sth] vtr + prep figurative, often passive (have as intended audience) (κάτι/κάποιον)απευθύνομαι σε ρ αμ + πρόθ
 The movie is aimed at a younger audience.
 Η ταινία απευθύνεται σε νεαρό κοινό.
aim nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (objective, purpose) (λόγος ύπαρξης)σκοπός, στόχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (επιθυμία)επιδίωξη, βλέψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The aim of an army is to protect the people.
 Ο σκοπός (or: στόχος) του στρατού είναι να προστατεύει τον λαό.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aim nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointing a weapon)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στόχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The hunter missed because his aim was off.
aim nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shooting accuracy)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στόχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Tom has a good aim.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aim for [sth] vi + prep (try to hit: a target)στοχεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Aim for the center of the target.
aim high vi + adv (try to hit a high target)στοχεύω ψηλά ρ μ + επίρ
 You have to aim high when you shoot baskets.
aim high vi + adv figurative (aspire to do well) (μεταφορικά)στοχεύω ψηλά ρ μ + επίρ
  έχω υψηλούς στόχους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jerry needs to aim high if he wants to get grades that are good enough to do Medicine at university.
Ready,
aim,
fire!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(command to someone firing a weapon) (στρατός)Έτοιμοι, στοχεύσατε, πυρ! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
take aim v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (point a weapon)σκοπεύω, σημαδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He raised his gun and took aim.
take aim at [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (point a weapon at) (με όπλο)σημαδεύω, στοχεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I saw a sniper taking aim at us from a second-story window.
ultimate aim nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (underlying or most important goal)απώτερος σκοπός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The ultimate aim of this presentation is to show you how global warming affects all of us.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aim' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: aim to [eliminate, provide, achieve, change, improve], the [attackers, terrorists] were aiming to kill [civilians, innocent people], have the aim of [improving, finishing, restoring], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aim στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aim'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης