Ο όρος 'agree on' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'agree'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'agree on' is an alternate term for 'agree'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
agree viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (individual: think same)συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I think we should leave—do you agree?
 Νομίζω πως πρέπει να φύγουμε, συμφωνείς;
agree with [sb] vi + prep (have same opinion)συμφωνώ με κπ ρ αμ + πρόθ
  (αν ακολουθεί αντωνυμία)συμφωνώ μαζί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)είμαι της ίδιας άποψης με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I asked Jane for her opinion, and she agreed with me.
 Ζήτησα τη γνώμη της Τζέιν κι εκείνη συμφώνησε μαζί μου.
 Ζήτησα τη γνώμη της Τζέιν κι εκείνη ήταν της ίδιας άποψης με εμένα.
agree with [sb] about/on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have same opinion about)συμφωνώ με κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν ακολουθεί αντωνυμία)συμφωνώ μαζί ... για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)είμαι της ίδιας άποψης με κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We all agreed with Jack about the colour of the new chairs.
 Όλοι συμφωνήσαμε με τον Τζακ για το χρώμα που θα έχουν οι νέες καρέκλες.
agree,
agree that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: share opinion) (ότι, πως)συμφωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 All the pupils agree that she is a good teacher.
 Όλοι οι μαθητές συμφωνούν ότι είναι καλή δασκάλα.
agree viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (group: share opinion)συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The committee agreed to approve the plan.
 Η επιτροπή συμφώνησε να εγκρίνει το σχέδιο.
agree viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (say yes) (λέω ναι)συμφωνώ, δέχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I asked him to come to the party and he agreed.
 Του ζήτησα να έρθει στο πάρτι και συμφώνησε (or: δέχτηκε).
agree viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (harmonize, tally)συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We both counted the votes, but our results don't agree; I tallied 750 "yes" votes and you got only 748.
 Και οι δύο μετρήσαμε τις ψήφους αλλά τα αποτελέσματά μας δεν συμφωνούν. Εγώ μέτρησα 750 θετικές ψήφους ενώ εσύ μόνο 748.
agree with [sth] vi + prep (grammar: have concordance)συμφωνώ με ρ αμ + πρόθ
 In French, the adjective must agree with the noun.
 Στα Γαλλικά, το επίθετο πρέπει να συμφωνεί με το ουσιαστικό.
agree on [sth] vi + prep (decide mutually)συμφωνώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  συμφωνώ να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αποφασίζω κτ από κοινού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Both sides agreed on a truce.
agree upon [sth] vi + prep slightly formal (decide mutually)συμφωνώ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)τα βρίσκω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The two men agreed upon a price for the secondhand car.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
agree viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (match) (ταιριάζω)συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If the numbers on two playing cards agree, then they are a pair.
 Αν οι αριθμοί σε δύο από τα φύλλα συμφωνούν, τότε είναι ζευγάρι.
agree viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (come to terms)συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)καταλήγω σε συμφωνία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)τα βρίσκω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Regarding the terms of the divorce, we need to agree before the judge.
agree with [sb] vi + prep figurative, informal (be good for digestion) (καθομ, μεταφορικά: για φαγητό)το σηκώνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το στομάχι μου σηκώνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)μου κάθεται βαρύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Spicy food does not agree with me.
 Το πικάντικο φαγητό δεν το σηκώνω.
 Το στομάχι μου δεν σηκώνει το πικάντικο φαγητό.
 Το πικάντικο φαγητό μου κάθεται βαρύ στο στομάχι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
agree to [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (consent)συμφωνώ σε κτ, συναινώ σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The patient has agreed to the procedure.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
agree on terms v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (decide conditions)συμφωνώ με τους όρους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The two companies agreed on terms and the contract was signed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'agree on' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση agree on στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'agree on'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης