afternoon

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɑːftərˈnuːn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌæftɚˈnun/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. af′tər no̅o̅n, äf′-; adj. aftər no̅o̅n, äf-, af′-, äf′-)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
afternoon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (time from noon to sundown) (χρονικό διάστημα)απόγευμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I'm going to the store this afternoon because I'll be too busy in the morning.
 Θα πάω για ψώνια το απόγευμα γιατί το πρωί θα έχω πολλή δουλειά.
afternoon n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (occurring in the afternoon)απογευματινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (για ύπνο)μεσημεριανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I always have an afternoon nap.
 Πάντα παίρνω έναν μεσημεριανό υπνάκο.
afternoon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (after midday: on given day)απόγευμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (νωρίς, π.χ. 12-4 περίπου)μεσημέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I leave work early on a Friday afternoon.
 Φεύγω νωρίς από τη δουλειά τις Παρασκευές το μεσημέρι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
afternoon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (latter part of [sth](μεταφορικά)δύση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Many retirees find that they enjoy the afternoon of their lives.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
afternoon tea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (light mid-afternoon meal)απογευματινό τσάϊ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Karen and Lisa arranged to have afternoon tea together.
good afternoon interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (greeting)καλό απόγευμα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  καλησπέρα επίφ
Σχόλιο: Κατά λέξη αντιστοιχεί στο «καλό απόγευμα». Συχνά όμως, αντί για το σπάνιο «καλό απόγευμα» οι Έλληνες εύχονται «καλησπέρα».
 Phil wished me good afternoon as he passed me in the corridor.
 Ο Φιλ μου ευχήθηκε καλό απόγευμα καθώς με προσπέρασε στον διάδρομο.
in the afternoon advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (every afternoon)το απόγευμα άρθ ορ + ουσ ουδ
  τα απογεύματα άρθ ορ + ουσ ουδ πλ
in the afternoon advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on a given afternoon)το απόγευμα άρθ ορ + ουσ ουδ
  (την ίδια μέρα)σήμερα το απόγευμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (άλλη μέρα)εκείνο το απόγευμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
in the afternoon advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (after midday)το απόγευμα άρθ ορ+ ουσ ουδ
  (νωρίς)το απογευματάκι άρθ ορ+ ουσ ουδ
  (αδόκιμο, αλλά συχνό)το μεσημέρι άρθ ορ+ ουσ ουδ
this afternoon advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (after midday today)σήμερα το απόγευμα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We plan to meet this afternoon.
yesterday afternoon advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (after midday on the day before today)χθες το απόγευμα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'afternoon' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [early, late, mid] afternoon, afternoon [tea, cup of coffee], a [fun, boring, difficult, crazy] afternoon, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση afternoon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'afternoon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης