afraid

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈfreɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈfreɪd/ ,USA pronunciation: respelling(ə frād)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
afraid adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scared)φοβάμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κατάσταση)φοβισμένος, τρομαγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 You're trembling! Are you afraid?
 Εσύ τρέμεις! Φοβάσαι;
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το παιδί ήταν τόσο τρομαγμένο που δε σταμάτησε λεπτό να κλαίει.
afraid of [sth/sb] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scared of [sth], [sb])φοβάμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι εμένα)με τρομάζει αντων + ρ μ
 When I was younger I was afraid of spiders.
 Όταν ήμουν μικρότερος, φοβόμουν τις αράχνες.
 Όταν ήμουν μικρότερος, με τρόμαζαν οι αράχνες.
afraid of doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scared to do [sth])φοβάμαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Joanne is afraid of trying new things in case she fails.
 Η Τζόαν φοβάται να δοκιμάσει καινούρια πράγματα μην τυχόν αποτύχει.
afraid,
afraid that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(worried about possibility) (ότι/πως)φοβάμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm afraid my money might run out before the end of the trip.
 Φοβάμαι ότι μπορεί να ξεμείνω από χρήματα πριν από το τέλος του ταξιδιού.
afraid of doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (worried about [sth] happening) (ότι/πως, μήπως/μη)φοβάμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sam was afraid of losing his job.
 Ο Σαμ φοβάται ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του.
 Ο Σαμ φοβάται μήπως χάσει τη δουλειά του.
afraid to do [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hesitant)φοβάμαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm afraid to jump from the bridge into the river.
 Φοβάμαι να πηδήξω στο ποτάμι από τη γέφυρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
afraid of the dark adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scared of darkness)φοβάμαι το σκοτάδι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She kept a nightlight on because she was afraid of the dark.
I'm afraid,
I'm afraid that
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(regretfully)φοβάμαι πως, φοβάμαι ότι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm afraid I didn't do a very good job yesterday. I'm afraid I must go now.
I'm afraid so interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (yes, regretfully)αυτό φοβάμαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φοβάμαι πως ναι, φοβάμαι πως έτσι είναι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δυστυχώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 "Do I really have to take the test?" "I'm afraid so. It's compulsory."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'afraid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: afraid of [the dark, heights, spiders, ghosts, the ride], I am not afraid of [you, death], has [always, never] been afraid (of), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση afraid στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'afraid'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης