afford

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈfɔːrd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈfɔrd/ ,USA pronunciation: respelling(ə fôrd, ə fōrd)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
afford [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have money to buy)έχω χρήματα για κτ, έχω αρκετά χρήματα για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω τα μέσα για κτ ἐκφρ
Σχόλιο: "Afford" in this sense usually follows a derivative of "can" or "be able to."
 We can't afford a large house.
 Δεν έχουμε αρκετά χρήματα για μεγάλο σπίτι.
afford to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have enough money) (να κάνω κάτι)έχω την οικονομική δυνατότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω χρήματα, έχω αρκετά χρήματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω τα μέσα ἐκφρ
Σχόλιο: "Afford" in this sense usually follows a derivative of "can."
 Now that I'm unemployed I can't afford to go on holiday.
 Τώρα που είμαι άνεργος δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να πάω διακοπές.
afford to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be able to do) (να κάνω κτ)έχω το περιθώριο, έχω την πολυτέλεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)με παίρνει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: "Afford" in this sense usually follows a derivative of "can."
 The army cannot afford to fight on two fronts at once.
 Ο στρατός δεν έχει το περιθώριο (or: δεν έχει την πολυτέλεια) να πολεμά σε δύο μέτωπα ταυτόχρονα.
afford to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (risk) (να κάνω κτ)έχω το περιθώριο, έχω την πολυτέλεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  διακινδυνεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)με παίρνει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: "Afford" in this sense usually follows a derivative of "can" or "be able to."
 He can't afford to let her speak badly of him.
 Δεν έχει το περιθώριο (or: δεν έχει την πολυτέλεια) να την αφήνει να μιλάει άσχημα γι' αυτόν.
 Δεν το διακινδυνεύει να την αφήνει να μιλάει άσχημα γι' αυτόν.
 Δεν τον παίρνει να την αφήνει να μιλάει άσχημα γι' αυτόν.
afford [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spare: time)έχω χρόνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: "Afford" in this sense usually follows a derivative of "can" or "be able to."
 Can you afford a few minutes to help me?
afford [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (provide, give)προσφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This apartment affords a fine view of the city.
 Αυτό το διαμέρισμα προσφέρει ωραία θέα στην πόλη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ill afford [sth],
ill afford to do [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(not be permitted the luxury of [sth](για κάτι ή να κάνω κάτι)δεν με παίρνει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: "Afford" in this sense usually follows a derivative of "can."
 Bill's dire financial situation meant he could ill afford a vacation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'afford' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: afford a (new) [car, house], [can, cannot, can't] afford that [house, school, trip, treatment], [could not, couldn't] really afford that [house], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση afford στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'afford'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης