affinity

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈfɪnɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈfɪnɪti/ ,USA pronunciation: respelling(ə fini tē)


Inflections of 'affinity' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": affinities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
affinity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (liking, fondness)συμπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  προτίμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She feels a special affinity for the music of Beethoven.
 Έχει ιδιαίτερη συμπάθεια για τη μουσική του Μπετόβεν.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
affinity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relationship, similarity)συγγένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σχέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
affinity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemistry: attraction)έλξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
affinity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemistry: tendency for reaction)χημική συγγένεια επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'affinity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση affinity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'affinity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης