affect

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈfɛkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈfɛkt/ ,USA pronunciation: respelling(v. ə fekt; n. afekt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
affect [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have an effect on) (κάποιον/κάτι)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον/σε κάτι)επιδρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αρνητική έννοια)θίγω ρ. μετ
 The government's plan will affect a lot of people.
 Το σχέδιο της κυβέρνησης θα επηρεάσει πολλούς ανθρώπους.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το νέο φάρμακο επιδρά απευθείας στον εγκέφαλο.
 Το σχέδιο της κυβέρνησης θα θίξει πολλούς ανθρώπους.
affect [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (touch emotionally)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συγκινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)αγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The film about a cancer survivor affected me deeply.
 Η ταινία για έναν άνθρωπο που επέζησε από καρκίνο με επηρέασε βαθιά.
affect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pretend to have, feel)προσποιούμαι ότι έχω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  παριστάνω ότι έχω, κάνω ότι έχω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Pierre sometimes affects a southern accent.
 Ο Πιέρ μερικές φορές προσποιείται ότι έχει προφορά του νότου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
affect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (psychology: associated emotion)θυμικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
negative affect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (psychology: bad mood)κακή διάθεση επίθ + ουσ θηλ
  αρνητικά συναισθήματα επίθ + ουσ ουδ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'affect' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: affect the [outcome, results] (of), affect the [environment, budget, election], affect the [validity, ability, quality, performance] of, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση affect στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'affect'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης