affair

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈfɛər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈfɛr/ ,USA pronunciation: respelling(ə fâr)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (matter, concern)υπόθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ζήτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Affairs of state require good policies and capable administrators.
 Οι κρατικές υποθέσεις απαιτούν καλές στρατηγικές και ικανούς διοικητές.
 Τα κρατικά ζητήματα απαιτούν καλές στρατηγικές και ικανούς διοικητές.
affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (romantic liaison) (ερωτική)σχέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ερωτικός)δεσμός ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (για παντρεμένο)παράλληλη σχέση, παράνομη σχέση, εξωσυζυγική σχέση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (μεταφορικά, ευφημισμός)περιπέτεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He had an affair with his secretary.
 Διατηρούσε σχέση με τη γραμματέα του.
 Διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τη γραμματέα του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η γυναίκα του είχε παράλληλη σχέση και όταν το έμαθε έγινε έξαλλος.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
affairs nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business) (επαγγελματική)υπόθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He has business affairs to take care of in France.
affair,
affairs
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(personal business) (προσωπικό θέμα)υπόθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That's his own affair, and we shouldn't ask him about it.
affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (event)δεξίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Italian Ambassador hosted the affair in style.
affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gathering)συγκέντρωση, συνάθροιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The party was a casual affair with pizza and local wine.
affairs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (happenings)γεγονότα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (τωρινά, τρέχοντα)γεγονότα της επικαιρότητας φρ ως ουσ ουδ πλ
  επικαιρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This newspaper does an excellent job of covering current affairs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
affair of the heart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (love affair, romantic involvement)ερωτικός δεσμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ερωτική σχέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Romance novels describe affairs of the heart.
civil affairs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (UN: with local authorities)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
civil affairs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." US (military: with civil authorities)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
formal affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sophisticated social event)επίσημη εκδήλωση επίθ + ουσ θηλ
love affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (romantic relationship)σχέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ερωτική σχέση επίθ + ουσ θηλ
 She's having a love affair with a married man.
 Έχει σχέση με έναν παντρεμένο.
love affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (intense liking for) (μεταφορικά)έρωτας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Her love affair with all things Japanese started two years ago after holidaying there.
 Ο έρωτάς της με οτιδήποτε ιαπωνικό ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια, μετά τις διακοπές της στην Ιαπωνία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'affair' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [student, hospital, business, family] affairs, a current affairs [show, quiz], a [village, town, public] affair, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση affair στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'affair'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης