aerial

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛəriəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈɛriəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(adj. ârē əl, ā ērē əl; n. ârē əl)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aerial nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (antenna)κεραία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αντένα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Frank climbed up onto the roof to fix his TV aerial.
aerial adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in or from the air)εναέριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This book contains some amazing aerial photos taken over London.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aerial combat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (war: use of fighter planes)εναέρια μάχη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Red Baron was famous for his feats of ærial combat.
aerial drop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aircraft distribution)ρίψη από αέρος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 In times of natural disaster, when roads are impassable, supplies are brought in by aerial drop.
aerial photography nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (taking photographs from high up)εναέρια φωτογραφία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Aerial photography revealed the intricacy of the Nazca lines.
aerial view nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] as seen from above)άποψη από ψηλά, άποψη από τον αέρα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
aerial walkway nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (elevated platform for pedestrians)εναέρια διάβαση επίθ + ουσ θηλ
  εναέρια πεζογέφυρα επίθ + ουσ θηλ
 The two buildings are connected by an aerial walkway over Madison street.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aerial' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aerial στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aerial'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης