advocate

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations noun: /ˈædvəkɪt/, verb: /ˈædvəkeɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ˈædvəˌkeɪt; n. -kɪt, -ˌkeɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. advə kāt′; n. advə kit, -kāt′)


Inflections of 'advocate' (v): (⇒ conjugate)
advocates
v 3rd person singular
advocating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
advocated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
advocated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advocate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (promote, recommend) (άποψη, θέση)υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He advocates a return to the old business model.
 Υποστηρίζει την επιστροφή στο παλιό μοντέλο εργασίας.
advocate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proponent, supporter or defender)υπερασπιστής, υπερασπίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  υπέρμαχος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Terri is an advocate of animal rights.
 Ο Τέρυ είναι υπερασπιστής των δικαιωμάτων των ζώων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advocate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleads on behalf of another) (μεταφορικά)συνήγορος, δικηγόρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 She volunteers as an advocate for abused children and wives.
advocate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lawyer)συνήγορος, δικηγόρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 If the accused person has nobody to defend him, the court will appoint an advocate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
devil's advocate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (argues for [sth] unpopular)δικηγόρος του διαβόλου ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Can I play devil's advocate, and ask you a question?
victim advocate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who represents a crime victim)συνήγορος του θύματος φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'advocate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: advocate for [the public, women, the community], a [consumer, women's, community] advocate, advocate [on her behalf, on behalf of], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση advocate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'advocate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης