adviser

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ədˈvaɪzər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ædˈvaɪzɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ad vīzər)

Σε αυτή τη σελίδα: adviser, advisor
Ο όρος 'adviser' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'advisor'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'adviser' is an alternate term for 'advisor'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
adviser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person giving advice)σύμβουλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (ελαφρώς αρνητική έννοια)συμβουλάτορας ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 My adviser helped me choose which colleges to apply to.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advisor,
adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(government expert) (κυβερνητικός)σύμβουλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Advisors to the president all told her to support the treaty.
 Οι σύμβουλοι του προέδρου τού είπαν όλοι να υποστηρίξει τη συνθήκη.
advisor,
adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who guides students)σύμβουλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I have an appointment with my advisor about colleges.
 Έχω ραντεβού με τον σύμβουλό μου για να συζητήσουμε για κολέγια.
advisor,
adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(coach, instructor)σύμβουλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
advisor,
adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(counsellor)σύμβουλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
advisor,
adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who gives advice)σύμβουλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (χωρίς επίσημη ιδιότητα)αυτός που συμβουλεύει, αυτός που δίνει συμβολές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)συμβουλάτορας ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
adviser | advisor
ΑγγλικάΕλληνικά
career adviser,
career advisor,
also US: career counselor
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] giving vocational advice in schools)υπεύθυνος επαγγελματικού προσανατολισμού, υπεύθυνη επαγγελματικού προσανατολισμού φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  υπεύθυνος σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού, υπεύθυνη σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
chief advisor,
chief adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(senior advice-giver)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Στο θηλυκό γένος οι αντίστοιχες φράσεις είναι: προϊσταμένη σύμβουλος, διευθύνουσα σύμβουλος.
customer advisor,
customer adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who gives financial guidance)σύμβουλος πελατών φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
financial advisor,
financial adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who sells investments)οικονομικός σύμβουλος, οικονομική σύμβουλος φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
Investment Advisor,
Investment Adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(financial manager)σύμβουλος επενδύσεων φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 I pay an investment advisor 1.5% of my assets annually to give me investment recommendations.
Risks Advisor,
Risk Advisor,
Risks Adviser,
Risk Adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(insurance consultant)Σύμβουλος Διαχείρισης Ασφαλιστικού Κινδύνου φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
technical advisor,
technical adviser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] consulted on practical details)τεχνικός σύμβουλος, τεχνική σύμβουλος φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'adviser' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση adviser στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'adviser'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης