advised

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ədˈvaɪzd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ad vīzd)

From the verb advise: (⇒ conjugate)
advised is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: advised, advise

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advised adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (insurance sale: with advice given)με συμβουλευτικές υπηρεσίες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advise [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (counsel [sb](κάποιον)συμβουλεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)δίνω συμβουλή, παρέχω συμβουλές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our team of experienced attorneys is ready to advise you.
 Η ομάδα των έμπειρων δικηγόρων μας είναι έτοιμη να σας συμβουλεύσει.
 Η ομάδα των έμπειρων δικηγόρων μας είναι έτοιμη να σας δώσει συμβουλές (or: παράσχει συμβουλές).
advise [sb] on [sth] vtr + prep (counsel [sb] on [sth])συμβουλεύω κπ για κτ, συμβουλεύω κπ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was hired to advise the Queen on matters of state.
 Προσλήφθηκε για να συμβουλεύει τη βασίλισσα για θέματα του κράτους.
advise [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (counsel [sb] to do) (κάποιον να κάνει κάτι)συμβουλεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I advised him to eat before the flight.
 Τον συμβούλεψα να φάει πριν την πτήση.
advise [sb],
advise [sb] that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
formal (with clause: notify [sb](κάποιον ότι)ενημερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A text message advised me that my flight was delayed.
 Ένα γραπτό μήνυμα με ενημέρωσε ότι η πτήση μου είχε καθυστερήσει.
advise [sb] of [sth] vtr + prep formal (notify [sb] of [sth])ενημερώνω κπ για κτ, πληροφορώ κπ για κτ, ειδοποιώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 Newcastle Council have advised us of a series of road closures.
 Το συμβούλιο του Νιούκαστλ μας έχει ενημερώσει για τους κλειστούς δρόμους.
advise viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give advice)δίνω συμβουλή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I did not command, I just advised.
 Δεν έδωσα διαταγή. Συμβουλή έδωσα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
advised | advise
ΑγγλικάΕλληνικά
ill-advised adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (remark, etc.: unwise)άστοχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αδόκιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απερίσκεπτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'advised' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση advised στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'advised'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης