Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

advertising agent


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο advertising παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: agent
Σε αυτή τη σελίδα: advertising, advertise

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advertising nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (showing ads) (δραστηριότητα)διαφήμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The advertising of prescription medications on television is controversial.
 Η διαφήμιση θεραπευτικών αγωγών με συνταγή ιατρού στην τηλεόραση είναι αμφιλεγόμενη.
advertising nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (job, profession)διαφήμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ursula's brother works in advertising.
 Ο αδελφός της Ούρσουλας δουλεύει στον τομέα της διαφήμισης.
advertising,
Advertising
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(department)διαφημιστικό τμήμα επίθ + ουσ ουδ
  τμήμα διαφήμισης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Advertising is hiring new managers.
 Στο τμήμα διαφήμισης προσλαμβάνουν νέο διευθυντή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advertise,
also US: advertize
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(promote)διαφημίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
advertise for [sth],
US: also advertize
vi + prep
(solicit via advertisement)διαφημίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για κάτι)κάνω διαφήμιση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
advertise [sth],
also US: advertize [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(product: promote)διαφημίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
advertise [sth],
also US: advertize [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(fact: make known)αναγγέλλω, κοινοποιώ, γνωστοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω κτ γνωστό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά, ειρωνικό)διαφημίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
advertising | advertise
ΑγγλικάΕλληνικά
adman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (advertising man)διαφημιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
advertising agency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (company: creates advertisements)διαφημιστική εταιρία επίθ + ουσ θηλ
  διαφημιστική επίθ ως ουσ θηλ
  διαφημιστικό γραφείο επίθ + ουσ ουδ
 The company employed an advertising agency to produce some television commercials.
advertising campaign,
also US: advertizing campaign
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(marketing: promotion)διαφημιστική καμπάνια επίθ + ουσ θηλ
 The company is planning an advertising campaign for the new product.
advertising executive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (employee)υπεύθυνος διαφήμισης φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  (καθομιλουμένη)advertising executive φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
advertising man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male who works in advertising)διαφημιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
advertising space nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in a publication)διαφημιστικός χώρος επίθ + ουσ αρσ
  χώρος για διαφήμιση φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
advertising space nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (on a wall, etc.)διαφημιστικός χώρος επίθ + ουσ αρσ
  χώρος για διαφήμιση φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
classified advertising nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ads in newspapers, etc.)καταχώρηση μικρών αγγελιών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Revenue from classified advertising used to fund newspapers, but now it's going online.
internet advertising,
also US: Internet advertising
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(marketing via the world wide web)διαφήμιση στο διαδίκτυο, διαφήμιση μέσω διαδικτύου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διαφήμιση στο ίντερνετ, διαφήμιση μέσω ίντερνετ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διαδικτυακή διαφήμιση επίθ + ουσ θηλ
  (ανεπίσημο)ιντερνετική διαφήμιση επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση advertising agent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'advertising agent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης