advert

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈædv3ːrt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ædˈvɝt/ ,USA pronunciation: respelling(v. ad vûrt; n. advərt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advert nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, abbreviation (advertisement: commercial)διαφήμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I always turn the sound off when the adverts start.
 Κλείνω πάντα τον ήχο, όταν ξεκινούν οι διαφημίσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'advert' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: UK: an advert for, adverted to the [shortcomings, consequences, failure] (of), UK: saw an advert [for, on], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση advert στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'advert'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης