advance

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ədˈvɑːns/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ædˈvæns/ ,USA pronunciation: respelling(ad vans, -väns)


Inflections of 'advance' (v): (⇒ conjugate)
advances
v 3rd person singular
advancing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
advanced
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
advanced
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (move forward)προχωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω πιο μπροστά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μετακινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In the chess game, he advanced his pawn forward two spaces.
 Στην παρτίδα σκάκι, προχώρησε το πιόνι του κατά δύο θέσεις.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (further) (πρόοδος)προωθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω ώθηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He advanced his career by winning clients.
 Προώθησε την καριέρα του κερδίζοντας πελάτες.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (movement forward) (προώθηση)προέλαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The advance of the killer bees throughout the country can't be stopped.
 Η προέλαση των μελισσών-δολοφόνων σε όλη τη χώρα δεν μπορεί να εμποδιστεί.
advance adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (issued ahead of schedule)εκ των προτέρων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  προ- α' συνθετικό
 I have an advance copy of tomorrow's newspaper.
advance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move forward)προχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνεχίζω την πορεία μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (στρατός)προελαύνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The invading army was advancing.
advances nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (progress)πρόοδος, εξέλιξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You have made great advances in your English studies.
 Έχεις σημειώσει μεγάλη πρόοδο (or: εξέλιξη) στις σπουδές σου στα Αγγλικά.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loan)προκαταβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His boss gave him a three hundred dollar advance on his wages.
 Το αφεντικό του του έδωσε τριακόσια δολάρια προκαταβολή από τον μισθό του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advance adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (placed toward the front)μπροστινός, πρώτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The advance train cars are all first class.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (progress)πρόοδος, εξέλιξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The advance of democracy is a slow one.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase)άνοδος, αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The advance in stock prices continued on strong earnings reports.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attempts at romance)φλερτ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πέσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Linda made it clear that Don's advances were not welcome.
advance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (increase in value)κινούμαι ανοδικά ρ αμ + επίρ
  (επίσημο)ανέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)ανεβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)σημειώνω άνοδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The stock price continued to advance to new highs.
advance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (improve, progress)βελτιώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  προοδεύω, εξελίσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)σημειώνω πρόοδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The child's reading skills are advancing.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (propose) (πρόταση)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (γενικά)προτείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I have a proposal that I want to advance to you.
 Θα ήθελα να σου κάνω μια πρόταση.
 Θα ήθελα να σου προτείνω κάτι.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hasten)επισπεύδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's advance our departure because a hurricane is coming.
 Ας επισπεύσουμε την αναχώρησή μας, καθώς έρχεται τυφώνας.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (lend)δίνω προκαταβολή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προκαταβάλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His boss advanced him three hundred dollars.
 Το αφεντικό του τού έδωσε προκαταβολή τριακόσια δολάρια.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (increase)αυξάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη: τιμή)ανεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can advance the price, but you might lose sales.
 Μπορείς να αυξήσεις την τιμή, αλλά ίσως κάνεις λιγότερες πωλήσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
advance upon [sb/sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (invade, move in to attack)επιτίθεμαι, εισβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The swarm of killer bees advanced upon the unsuspecting cow that was grazing in the pasture.
 Το σμήνος από φονικές μέλισσες επιτέθηκε στην ανυποψίαστη αγελάδα που έβοσκε στο λιβάδι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
advance booking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reservation)εκ των προτέρων κράτηση, κράτηση εκ των προτέρων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κράτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
advance fee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money paid upfront, deposit)προκαταβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Be alert for scams requesting an advance fee.
advance notice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warning)προειδοποίηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Please give advance notice if you have to cancel an appointment.
advance payment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sum paid before delivery)προκαταβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπροστάντζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)καπάρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The author received an advance payment before he completed his new book.
advance purchase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (booking ahead at cheap rate)αγορά εκ των προτέρων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αγορά αρκετό καιρό νωρίτερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Airlines usually give you a cheaper fare for advance purchase.
cash advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (credit card service)ταμειακή πίστωση επίθ + ουσ θηλ
far in advance advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a long time beforehand)εκ των προτέρων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  από πολύ καιρό πριν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
in advance advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (beforehand)προκαταβολικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  από πριν φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 You'll need to get your tickets in advance: the band's very popular.
 Θα πρέπει να βγάλετε τα εισιτήριά σας από πριν, η μπάντα είναι πολύ δημοφιλής.
in advance of preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (prior to)πριν από επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I bought my tickets in advance of the concert.
pay in advance v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give money for [sth] to be obtained later)πληρώνω προκαταβολικά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Some cell phone companies require you to pay in advance for your service.
thank you in advance interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" formal (expressing a polite request)ευχαριστώ εκ των προτέρων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
thanks in advance exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (gratitude for [sth] not done yet)ευχαριστώ εκ των προτέρων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'advance' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: advance [with caution, carefully, slowly] , a small (pay) advance, (without) advance [notice, warning, instructions], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση advance στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'advance'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης