adulterate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈdʌltəreɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/əˈdʌltəˌreɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. ə dultə rāt′; adj. ə dultər it, -tə rāt′)


Inflections of 'adulterate' (v): (⇒ conjugate)
adulterates
v 3rd person singular
adulterating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
adulterated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
adulterated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
adulterate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (substance: make impure)νοθεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
adulterate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (corrupt, contaminate) (μεταφορικά)νοθεύω, μολύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση adulterate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'adulterate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης