administer

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ədˈmɪnɪstər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ædˈmɪnəstɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ad minə stər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
administer [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (manage, oversee)διαχειρίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Who administers your computer system?
 Ποιος διαχειρίζεται το σύστημα των υπολογιστών;
administer [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (justice: apply, use)απονέμω, αποδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The court's job is to administer justice.
 Το έργο του δικαστηρίου είναι να απονέμει (or: αποδίδει) δικαιοσύνη.
administer [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (medicine: give, provide)χορηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (απλά)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The nurse showed family members how to administer the medicine.
 Η νοσοκόμα έδειξε στα μέλη της οικογένειας πώς να χορηγούν το φάρμακο.
 Η νοσοκόμα έδειξε στα μέλη της οικογένειας πώς να δίνουν το φάρμακο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
administer justice vtr + n (implement the law)απονέμω δικαιοσύνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Judge Green always strives to administer justice in an impartial manner.
administer justice vtr + n (sentence criminals)απονέμω δικαιοσύνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'administer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση administer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'administer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης