addiction

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈdɪkʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈdɪkʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ə dikshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
addiction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to illicit drugs)εθισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The Hollywood star went to rehab to recover from his addiction to heroin.
 Ο αστέρας του Χόλλυγουντ μπήκε σε πρόγραμμα για να αποτοξινωθεί από τον εθισμό του στην ηρωίνη.
addiction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to a drug)εθισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Patients who take the medication for too long can develop an addiction.
 Ασθενείς που παίρνουν την αγωγή για υπερβολικό χρονικό διάστημα μπορεί να εμφανίσουν εθισμό.
addiction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (internet, games, etc.)εθισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Daniel has an addiction to video games.
 Ο Ντάνιελ έχει εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
drug addiction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dependence on a chemical substance)τοξικοεξάρτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)εθισμός στα ναρκωτικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Breaking a drug addiction is difficult, but not impossible.
nicotine addiction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dependence on smoking)εθισμός στη/εξάρτηση από τη νικοτίνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 it is hard to quit smoking because of nicotine addiction.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'addiction' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has a [severe, relentless] addiction , has an addiction to [heroine, sex, gambling], has a [heroine] addiction, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση addiction στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'addiction'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης