Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

add sweetening


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο add παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: sweetening

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
add [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mathematics: find total of) (μαθηματικά)προσθέτω, αθροίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I will use a calculator to add the numbers.
 Θα χρησιμοποιήσω κομπιουτεράκι για να προσθέσω (or: αθροίσω) τους αριθμούς.
add [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (join, put in)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The family added an extension to their home.
add [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (say as well)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Do you have anything to add to the debate?
 Έχεις να προσθέσεις κάτι στη συζήτηση;
add,
add up
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(do sums) (σπανίως)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συνήθως)κάνω πρόσθεση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I learned how to add when I was in first grade.
 Έμαθα να κάνω πρόσθεση όταν πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.
add to [sth] vi + prep (supplement) (κάτι)ενισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Herbs will add to the flavour of the soup.
 Τα μυρωδικά θα ενισχύσουν τη γεύση της σούπας.
add [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (contribute, enhance) (κάτι σε κάτι)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Seasoning adds flavour to food.
 Τα καρικεύματα προσθέτουν γεύση στο φαγητό.
add to [sth] vi + prep (increase) (κάτι)αυξάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The knowledge of how he died only added to his family's suffering.
 Η πληροφόρηση για τον τρόπο του θανάτου του κατάφερε μόνο να αυξήσει την οδύνη της οικογένειας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
add [sth] and/to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mathematics: calculate total) (μαθηματικά)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you add one and six, the total is seven.
add [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (join, put in) (κάτι σε κάτι)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jim plans to add his work to the project.
add [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (contribute, enhance)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The seasoning in this dish really adds depth.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
add [sth] in,
add in [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(include)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βάζω και κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Hot chocolate tastes especially good if you add in a little salt.
 Η ζεστή σοκολάτα αποκτά ιδιαίτερη νοστιμιά αν προσθέσεις λίγο αλάτι.
 Η ζεστή σοκολάτα αποκτά ιδιαίτερη νοστιμιά αν βάλεις και λίγο αλάτι.
add [sth] on vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (charge [sth] in addition)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is or modifies a noun
 Restaurants add sales tax onto the bill.
add on [sth],
add [sth] on
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(append [sth])επισυνάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before sending the email, Irene added on a document.
add up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (do sums)κάνω πρόσθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσθέτω, αθροίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The children are learning to add up.
 Τα παιδιά μαθαίνουν να κάνουν πρόσθεση.
add up to [sth] vi phrasal + prep (total)έχω άθροισμα ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The opposite sides of a die add up to seven.
 Οι αντικριστές πλευρές του ζαριού έχουν άθροισμα επτά.
add [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (calculate total)αθροίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When you add up the numbers in this column, you should get 500.
 Εάν αθροίσεις τους αριθμούς αυτής της στήλης, πρέπει να βγάλεις 500.
add up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative, informal (make sense)ταιριάζω, συνάδω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι συνεπής με κτ, είμαι σε συμφωνία με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εμφανίζω λογική συνέπεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: often used in the negative
 The two different accounts of the same event don't add up.
 Οι δύο διαφορετικές περιγραφές του ίδιου γεγονότος δεν συνάδουν.
add up to [sth] vi phrasal + prep figurative (indicate, lead to)υποδεικνύω, συνιστώ, υποδηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δείχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The evidence adds up to a clear attempt to steal the goods.
 Οι αποδείξεις υποδηλώνουν μια ξεκάθαρη απόπειρα κλοπής των αγαθών.
add up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (accumulate gradually)συσσωρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)μαζεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The stresses of everyday life can add up and leave you feeling overwhelmed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
add fuel to the fire v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (exacerbate the issue)ρίχνω λάδι στην φωτιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Shouting at angry pupils is only likely to add fuel to the fire.
add insult to injury v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (make bad situation worse) (μεταφορικά)το κερασάκι στην τούρτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They got lost in the woods. Then, to add insult to injury, they were out of food.
 Χάθηκαν στο δάσος. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν ότι τους είχαν τελειώσει τα τρόφιμα.
add [sth] onto [sth],
add on [sth] to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(charge in addition)συμπεριλαμβάνω κτ σε κτ άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (χρέωση)επιβαρύνω κτ με κτ άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This restaurant automatically adds a service charge onto the bill.
 Αυτό το εστιατόριο αυτομάτως συμπεριλαμβάνει χρέωση υπηρεσιών στον λογαριασμό.
add [sth] onto [sth],
add on [sth] to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(append)επισυνάπτω κτ σε κτ άλλο ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)προσαρτώ κτ σε κτ άλλο ρ μ + πρόθ
add-on nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (optional extra feature)πρόσθετο επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  add on ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The software has lots of add-ons.
add-on nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (additional charge)πρόσθετη χρέωση επίθ + ουσ θηλ
 The bill includes add-ons.
add-on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (feature: optional, extra)πρόσθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The program provides many add-on features.
add [sth] together,
add together [sth] and [sth]
vtr + adv
(calculate the total)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αθροίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Add these numbers together and divide the total by three.
add [sth] together,
add together [sth] and [sth]
vtr + adv
(combine)αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ενώνω, συνδυάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Add together the eggs and milk and whisk them until thoroughly mixed.
add value vtr + n (enhance, make more expensive)ανεβάζω την αξία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσθέτω αξία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Nice landscaping will add value to your home.
hasten to add v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (say to reassure)συμπληρώνω βιαστικά ρ αμ + επίρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 That was a joke, I hasten to add.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση add sweetening στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'add sweetening'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης