acute

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkjuːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈkyut/ ,USA pronunciation: respelling(ə kyo̅o̅t)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (angle: up to 90 degrees) (γωνία)οξεία επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Be very careful; the road curves at an acute angle.
 Να είσαι πολύ προσεκτική. Ο δρόμος έχει στροφές σε οξεία γωνία.
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sense: highly sensitive)οξύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: ο οξύς, η οξεία, το οξύ
 Shannon has an acute sense of hearing.
 Η Σάννον έχει οξεία ακοή.
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (illness: short-term)οξύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: ο οξύς, η οξεία, το οξύ
 Liza has acute bronchitis and is absent today.
 Η Λίζα έχει οξεία βρογχίτιδα και απουσιάζει σήμερα.
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pain: sharp, severe)οξύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The patient complained of an acute pain in his thigh.
 Ο ασθενής παραπονέθηκε για οξύ πόνο στον μηρό.
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (keen, perceptive) (μτφ: μυαλό)κοφτερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μτφ: αίσθηση)οξύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 May is gifted with an acute intellect and great aptitude for studies.
 Η Μαίη είναι προικισμένη με οξεία νοημοσύνη και εξαιρετική κλίση για σπουδές.
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (problem: severe)οξύς, δριμύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Due to the drought, the city is facing an acute shortage of water.
 Εξαιτίας της ξηρασίας, η πόλη αντιμετωπίζει οξεία έλλειψη νερού.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (letter: having an acute accent)με τόνο, με οξεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The last letter in the word "café" is an e acute.
acute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." rare (sound: high-pitched) (για ήχο)υψηλής έντασης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acute accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (diacritical mark)οξεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In the word passé, we put an acute accent over the "e".
acute angle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. geometry (angle measuring up to 90 degrees) (γεωμετρία)οξεία γωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A right triangle has one right angle and two acute angles.
acute bronchitis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (infection of bronchial tubes)οξεία βρογχίτιδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
acute disease nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disease that progresses rapidly)οξεία ασθένεια, δριμεία ασθένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
acute inflammation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (body's response to infection)οξεία φλεγμονή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Pneumonia was the result of acute inflammation of her lungs.
acute pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (severe, sharp physical discomfort) (πόνος)έντονος, δριμύς, οξύς, διαπεραστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Fiona felt an acute pain in her right leg.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acute' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: have an acute case of [vomiting, diarrhea], suffer from acute [pain, anxiety], have acute pain in my [shoulder, foot], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acute στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acute'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης