acuity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/æˈkjuːɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈkjuɪti/ ,USA pronunciation: respelling(ə kyo̅o̅i tē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acuity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental sharpness)οξύνοια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πνεύματος)οξύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The professor is known for his acuity of mind.
acuity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sharp vision) (οπτική)οξύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 These new glasses should improve the acuity of your vision.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mental acuity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sharpness of mind)διανοητική οξύτητα επίθ + ουσ θηλ
  ευφυΐα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
visual acuity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sharp vision)oπτική οξύτητα επίθ + ουσ θηλ
 Visual acuity diminishes as we get older.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acuity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acuity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης