activism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæktɪvɪzəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæktəˌvɪzəm/ ,USA pronunciation: respelling(aktə viz′əm)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
activism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (action for a cause)ακτιβισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Olivia believes in peaceful activism for animal rights.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
political activism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (action for political change)πολιτικός ακτιβισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I engaged in political activism for the first time as a university student.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'activism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση activism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'activism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης