active

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæktɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæktɪv/ ,USA pronunciation: respelling(aktiv)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: busy, dynamic)δραστήριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Robert is much more active than I am; he can hike 10 miles without getting tired!
 Ο Ρόμπερτ είναι πολύ πιο δραστήριος από ό,τι εγώ. Μπορεί να πάει πεζοπορία για 10 μίλια χωρίς να κουραστεί!
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thing: busy, dynamic)δραστήριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Sarah leads an active life: she works full-time, volunteers at the homeless shelter, and coaches basketball.
 Η Σάρα έχει δραστήρια ζωή. Εργάζεται με πλήρες ωράριο, είναι εθελόντρια σε ένα καταφύγιο αστέγων και προπονήτρια καλαθοσφαίρισης.
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (taking part)ενεργός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 All active members of the club are required to attend the meeting.
 Όλα τα ενεργά μέλη της λέσχης υποχρεούνται να παραστούν στη συνέλευση.
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (grammar: not passive) (γραμματική)ενεργητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 In English-language research papers, it is important to use the active voice for verbs.
 Σε ερευνητικές εργασίες στην αγγλική γλώσσα, είναι σημαντικό να χρησιμοποιείται η ενεργητική φωνή των ρημάτων.
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (functioning, operating)ενεργός, λειτουργικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σε λειτουργία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The nuclear reactor is no longer active.
 Ο πυρηνικός αντιδραστήρας δεν είναι πια ενεργός.
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (volcano: not extinct)ενεργός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mt. Sakurajima is still active; it often shoots smoke and ash into the sky.
 Το ηφαίστειο Σακουρατζίμα είναι ακόμη ενεργό. Συχνά εκπέμπει καπνό και στάχτη στον ουρανό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in progress) (μτφ: δεν έχει τελειώσει)ανοιχτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ενεργός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Before going on holiday, the lawyer briefed his colleague on all his active cases.
active adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (military: on duty)εν ενεργεία φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
active nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (verb form, voice)ενεργητική επίθ ως ουσ θηλ
  ενεργητική φωνή επίθ + ουσ θηλ
 "The vase was broken by Jane" becomes "Jane broke the vase" in the active.
active nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical agent)δραστική ουσία επίθ + ουσ θηλ
 Check the expiration date of your sunscreen to make sure the actives are still good.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
active duty (military)καθήκον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
active ingredient nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (substance giving a drug its effect) (χημεία, φαρμακολογία)δραστική ουσία επίθ + ουσ θηλ
 If the active ingredient in a cleanser is toxic, I won't buy it.
active role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (full participation)ενεργός ρόλος επίθ + ουσ αρσ
 Now I'm taking a more active role in local politics.
nonactive,
non-active
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not active, inactive)αδρανής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μη δραστήριος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ανενεργός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μη ενεργός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
on active duty exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (working as a soldier)σε ενεργό υπηρεσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εν ενεργεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Max won't be called to serve because he is no longer on active duty.
take an active part,
take an active role
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be fully involved)συμμετέχω ενεργά ρ αμ + επίρ
 Emily takes an active part in the chess club.
take an active part in [sth],
take an active role in [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be involved)συμμετέχω ενεργά σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He refused to take an active part in the discussion.
under active consideration advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (being deliberated)υπό εξέταση επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 Thank you for submitting your resume for the job position; your credentials are under active consideration.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'active' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has (such) an active [mind, imagination], [have, lead] an active lifestyle, has a very active [mind, imagination], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση active στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'active'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης