acronym

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈækrənɪm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈækrənɪm/ ,USA pronunciation: respelling(akrə nim)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acronym nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (initials pronounced as a word)ακρωνύμιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Compare "initialism"
 The acronym "LOL" stands for "laughing out loud."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acronym' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acronym στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acronym'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης