acre

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪkər/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈeɪkɚ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'acre': (ākər); 'Acre': (äkrə for 1; äkər, ākər for 2)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acre nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (land measure: 4047 m²) (μονάδα εμβαδού)acre, έικρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Στα ελληνικά θα αναφερόμασταν σε στρέμματα (1 acre ισούται περίπου με 4 στρέμματα).
 The Duke owns several thousand acres in the Highlands.
-acre adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." as suffix (measuring a given number of acres) (μονάδα εμβαδού)acre, έικρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Στα ελληνικά θα αναφερόμασταν σε στρέμματα (1 acre ισούται περίπου με 4 στρέμματα).
 My grandparents own a hundred-acre farm.
 Οι παππούδες μου έχουν ένα αγρόκτημα έκτασης εκατό acre.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acre στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acre'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης