UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌækwiˈɛs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌækwiˈɛs/ ,USA pronunciation: respelling(ak′wē es)

Inflections of 'acquiesce' (v): (⇒ conjugate)
v 3rd person singular
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
acquiesce viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." formal (agree, consent)συναινώ, συγκατατίθεμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 After a long argument with my daughter, I finally acquiesced and let her have her way.
acquiesce to [sth] vi + prep formal (consent: to a request)συναινώ σε κτ, συγκατατίθεμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The principal finally acquiesced to the students' demands.
acquiesce in [sth] vi + prep formal (submit, consent to: an event) (επίσημο)συναινώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you don't oppose what's happening, you acquiesce in it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acquiesce στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acquiesce'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά


Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης