acquaintance

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkweɪntəns/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈkweɪntns/ ,USA pronunciation: respelling(ə kwāntns)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acquaintance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person known)γνωστός, γνωστή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
  (το άτομο)γνωριμία, επαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
acquaintance with [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (knowledge of a subject) (κάποιου θέματος)γνώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
intimate acquaintance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close friend)πολύ καλός φίλος, καρδιακός φίλος, κολλητός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Emma is my intimate acquaintance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acquaintance' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: I am pleased to make your acquaintance., is (just) an acquaintance of mine, have a nodding acquaintance with, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acquaintance στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acquaintance'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης