acoustic

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkuːstɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈkustɪk/ ,USA pronunciation: respelling(ə ko̅o̅stik)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to sound)ακουστικός, ηχητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (musical instrument: not electric) (μουσική)ακουστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Fatima plays the acoustic guitar.
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (music: for acoustic instruments) (μουσική)ακουστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 When Bob Dylan first perfomed his acoustic pieces on the electric guitar, audiences booed.
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (designed to affect sound)ακουστικός, ηχητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
acoustics nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (sound quality of a space) (φυσική ηχητική χώρου)ακουστική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The acoustics in this concert hall are excellent.
acoustics nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physics of sound)ακουστική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Acoustics is the branch of science that studies sound.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acoustic guitar (music)ακουστική κιθάρα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acoustic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acoustic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acoustic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης