acorn

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪkɔːrn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈeɪkɔrn/ ,USA pronunciation: respellingkôrn, ākərn)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acorn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nut)βελανίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βαλανίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Squirrels often bury acorns to save them for later.
 Οι σκίουροι συχνά θάβουν βελανίδια για να τα φυλάξουν για αργότερα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acorn squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (type of small pumpkin (Cucurbita pepo))κολοκυθάκι βελανίδι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: υποκοριστικό του ουσιαστικού κολοκύθι
 Acorn squash's small cavity makes it suitable for stuffing, while butternut squash is better mashed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: hit by a falling acorn, the squirrel was eating an acorn, the squirrel was [hiding, storing] away acorns (for winter), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acorn στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acorn'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης