aching

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪkɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respellingking)


From the verb ache: (⇒ conjugate)
aching is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: aching, ache

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aching adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hurting)πονεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που πονάει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Julia sat down on a tree stump to rest her aching legs.
 Η Τζούλια κάθισε σε μία ρίζα δέντρου για να ξεκουράσει τα πονεμένα πόδια της.
aching adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (feeling: sad, yearning) (μεταφορικά)πληγωμένος, πονεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά, λόγιος)λαβωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Nothing could soothe Jane's aching heart following the death of her beloved dog.
 Τίποτα δε μπορούσε να ηρεμήσει την πονεμένη καρδιά της Τζέιν μετά τον θάνατο του αγαπημένου της σκύλου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ache nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pain)πόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Laura complained of an ache in one of her teeth.
 Η Λώρα παραπονιόταν για πόνο σε ένα από τα δόντια της.
ache nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (yearning) (μεταφορικά)πόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There is an ache in my heart since you left me.
 Έχω έναν πόνο στην καρδιά μου αφότου με άφησες.
ache viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (hurt)πονάω, πονώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 After moving heavy furniture all day, Jim's body ached.
 Αφού μετέφερε βαριά έπιπλα όλη την ημέρα, το σώμα του Τζιμ πονούσε.
ache for [sth] vi + prep figurative (yearn for)λαχταράω, λαχταρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After many years abroad, Bob ached for his homeland.
 Μετά από πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ο Μπομπ λαχταρούσε την πατρίδα του.
ache for [sb] vi + prep figurative (yearn for)λαχταράω, λαχταρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Helen ached for the man she could not be with.
 Η Χέλεν λαχταρούσε τον άνδρα, με τον οποίον δεν μπορούσε να είναι μαζί.
ache to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (yearn, long to do) (να κάνω κάτι)λαχταράω, λαχταρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When it's this cold, I ache to go to the Bahamas.
 Όταν κάνει τόσο κρύο, λαχταρώ να πάω στις Μπαχάμες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aching' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: have an aching pain in my [head, shoulder], my [head] is aching from the [accident, fall], [dull, tired] aching muscles, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aching στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aching'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης