acetylcholine

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌæsɪtaɪlˈkəʊliːn/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ə sēt′l kōlēn, ə set′-, as′i tl-)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acetylcholine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a neurotransmitter)ακετυλοχολίνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acetylcholine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acetylcholine'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης