accumulation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˌkjuːmjʊˈleɪʃən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ə kyo̅o̅′myə lāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accumulation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (collection)συσσώρευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σώρευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
accumulation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of acquiring)απόκτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
accumulation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (growth, increase)συσσώρευση, συλλογή, αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accumulation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accumulation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accumulation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης