acculturation

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˌkʌltʃəˈreɪʃən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/əˌkʌltʃəˈreɪʃən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ə kul′chə rāshən)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acculturation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (assimilation into a culture) (πολιτισμική)αφομοίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ενσωμάτωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
consumer acculturation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (customer behaviour)αφομοίωση καταναλωτικών προτύπων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acculturation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acculturation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης