acculturate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkʌltʃəˌreɪt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ə kulchə rāt′)


Inflections of 'acculturate' (v): (⇒ conjugate)
acculturates
v 3rd person singular
acculturating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
acculturated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
acculturated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acculturate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (assimilate into a culture) (εγώ ο ίδιος)αφομοιώνομαι πολιτιστικά ρ αμ + επίρ
  (κάποιον άλλο)αφομοιώνω πολιτιστικά ρ μ + επίρ
acculturate [sb] to [sth],
acculturate [sb] into [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(assimilate: into a culture)ενσωματώνω κπ σε κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφομοιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acculturate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acculturate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης