account

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkaʊnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈkaʊnt/ ,USA pronunciation: respelling(ə kount)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money in bank) (τραπεζικός)λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He withdrew half the money in his account.
 Απέσυρε τα μισά του χρήματα από τον λογαριασμό του.
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (retail credit)λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (παλαιότερος τύπος)τεφτέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She charged the shoes to her account.
 Χρέωσε τα παπούτσια στον λογαριασμό της.
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (registration with a website, etc.)λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Do you have a WordReference account?
 Έχεις λογαριασμό στο WordReference;
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (narrative)αναφορά, περιγραφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (των γεγονότων)καταγραφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He gave a detailed account of the football match.
 Έδωσε μια λεπτομερή αναφορά (or: περιγραφή) του ποδοσφαιρικού αγώνα.
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explanation) (αιτιολόγηση)εξήγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The police did not believe Sally's account of her actions.
 Η αστυνομία δεν πίστεψε την εξήγηση που έδωσε η Σάλλυ για τις πράξεις της.
account for [sth] vi + prep (explain)εξηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δικαιολογώ, αιτιολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 How do you account for the fact that no one can confirm your alibi for that night?
 Πώς εξηγείς το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει το άλλοθί σου για χτες το βράδυ;
account for [sth] vi + prep (justify) (κάτι)αιτιολογώ, δικαιολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για κάτι)δίνω εξηγήσεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We were asked to account for our actions.
 Μας ζητήθηκε να αιτιολογήσουμε (or: δικαιολογήσουμε) τις πράξεις μας.
 Μας ζητήθηκε να δώσουμε εξηγήσεις για τις πράξεις μας.
account for [sth] vi + prep (cause)είμαι ο λόγος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (για κάτι)ευθύνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She wondered what could account for his sadness.
 Αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να ήταν ο λόγος της στενοχώριας του.
account for [sth] vi + prep (be total of)αντιστοιχώ σε κτ, αναλογώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Women in Britain now account for almost half of the workforce.
 Οι γυναίκες στη Βρετανία αντιστοιχούν (or: αναλογούν) πλέον σχεδόν στο μισό του εργατικού δυναμικού.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (value)αξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They turned his new idea to account. US: His ideas are of no account.
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (judgment)κρίση, εκτίμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He is a fine actor, by his own account!
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (customer) (πελάτης)λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The company has just won two new accounts.
account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (assets in a brokerage)λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I have an equities and an account with an NYSE brokerage.
accounts nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (bookkeeping record) (λογιστική)βιβλία ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  λογαριασμοί ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  λογιστικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: often preceded by "the"
 There was an error in the accounts.
account for [sth] vi + prep (count up)κρατάω λογαριασμό για κτ, κρατώ λογαριασμό για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)μετράω, μετρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He could account for every penny he had spent.
account [sth],
account [sth] [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(report to be)θεωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The critics accounted it a good play.
account [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (consider) (κάποιον κάτι)θεωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He accounts himself poor.
 Θεωρεί τον εαυτό του φτωχό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
account for [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] often passive (give reasons for [sth])εξηγώ, δικαιολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  λογοδοτώ για κτ ρ αμ + πρόθ
 Sophie was unable to account for the disappearance of the food.
 Η Σόφι δεν μπορούσε να εξηγήσει την εξαφάνιση των τροφίμων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
account balance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bank: amount in an account)υπόλοιπο λογαριασμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 My account balance is slightly over $4000.
account book nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (finance ledger)λογιστικό βιβλίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
account book nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (accounting ledger)λογιστικό βιβλίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The bookkeeper kept two sets of account books: one for the tax man, and another for his investors.
account executive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sales representative)εκπρόσωπος πωλήσεων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
accounting for [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (considering)λαμβάνοντας υπόψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αν λάβουμε υπόψη μας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Even accounting for the bad weather, the number of visitors to the park has been very low.
account manager nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (looks after customers, accounts)υπεύθυνος διαχείρισης λογαριασμών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We're hiring an account manager for the telecoms industry.
bank account,
also UK: banking account
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(money kept in a bank)τραπεζικός λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A debit card takes money directly from your bank account.
 Οι χρεωστικές κάρτες τραβούν χρήματα κατευθείαν από τον τραπεζικό σου λογαριασμό.
bring [sb] to account,
call [sb] to account
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(force to explain or justify)καλώ κπ να λογοδοτήσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καλώ κπ για εξηγήσεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αναγκάζω κπ να λογοδοτήσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αναγκάζω κπ να δώσει εξηγήσεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
capital account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of business account)λογαριασμός κεφαλαίου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
capital account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (showing net worth of business)ισοζύγιο κεφαλαίων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
charge account (US),
credit account (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(for deferred payment)τρεχούμενος λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
checking account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bank: current account)τρεχούμενος λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
company account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bank account in business name)εταιρικός λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
company account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (customer account in business name)λογαριασμός εταιρικού πελάτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
detailed account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (record of every event) (καταγραφή κάθε γεγονότος)λεπτομερής αναφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The witness gave the police a detailed account of what had happened.
expense account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (account for expenses)λογαριασμός εξόδων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The director charged her business lunch to her expense account.
have an account with v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (bank with)έχω τραπεζικό λογαριασμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have an account with Lloyds Bank.
have an account with v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a credit account with: a business)έχω πιστωτικό λογαριασμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have an account with the university bookshop on the High Street.
individual retirement account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (personal pension fund)ατομικός λογαριασμός ασφάλισης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Individual retirement accounts let you save without paying income taxes until after you retire.
joint account,
joint bank account
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bank account)κοινός τραπεζικός λογαριασμός, κοινός λογαριασμός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 My wife and I have a joint account at the bank.
no-account,
no-count
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, informal (of little worth)ασήμαντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
no-account,
no-count
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (worthless person)ανάξιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
on account prep + n (purchase: pay later)επί πιστώσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
on account of [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (because of, due to) (με γενική)εξαιτίας πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  (με γενική)λόγω πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 The picnic is canceled on account of the rain.
 Το πικ νικ ακυρώνεται εξαιτίας της βροχής.
on account of [sb],
on [sb]'s account
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(for [sb]'s sake)για χάρη κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
on account of this advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for this reason)για αυτό το λόγο, εξαιτίας αυτού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The bridge collapsed; on account of this, we have to take the ferry.
on no account exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (not for any reason)σε καμία περίπτωση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  επ' ουδενί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
open account,
current account
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(banking)τρεχούμενος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
open an account v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (register with a bank)ανοίγω λογαριασμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 One of the first things you need to do on arrival in a new country is to go to a bank and open an account.
own account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal admission)με δική μου πρωτοβουλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 By his own account, he wasn't there that night.
own account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]'s personal version of events)δική μου εκδοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
past-due account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unpaid debt) (οικονομικά)ληξιπρόθεσμο χρέος επίθ + ουσ ουδ
  ληξιπρόθεσμη οφειλή επίθ + ουσ θηλ
 The past-due account will be reported to all national credit bureaus.
savings account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (banking: current account)λογαριασμός ταμιευτηρίου ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I put my tax refund into my savings account.
settle accounts,
settle your account
vtr + npl
(pay debts)εξοφλώ τα χρέη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τακτοποιώ τις οφειλές μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Students must settle their account before they become eligible to register for a subsequent semester.
statement of account,
account statement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(document showing bank balance)αντίγραφο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
suspense account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (temporary ledger)µεταβατικός λογαριασµός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
take account of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take into consideration)λαμβάνω υπόψη, λαμβάνω υπόψη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you use a pesticide, you must take account of various health and safety considerations.
take [sth] into account v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (consider, allow for)λαμβάνω υπόψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υπολογίζω, αναλογίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You should have taken their age into account. You must take into account both the exchange rate and the bank fees.
 Έπρεπε να είχες λάβει υπόψη την ηλικία τους.
 Πρέπει να υπολογίσεις τόσο την ισοτιμία συναλλάγματος όσο και τις τραπεζικές χρεώσεις.
trade account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business customer)εμπορικός λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
trust account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: account of property)λογαριασμός διαχείρισης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
trust account,
trustee account
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(savings account)καταπιστευματικός λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'account' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: which accounts for their [actions, decisions], a [new, free] account, account [information, password, number], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση account στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'account'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης